Το βαλς των ονείρων

Κάποτε, όλα ήταν τόσο δύσκολα.

Η αγάπη ήταν πολλές φορές Γολγοθάς, άπιαστο όνειρο, γεμάτη με ανεκπλήρωτες επιθυμίες και εμπόδια. Η απόσταση, η κοινωνική αποδοχή, η οικονομική αποκατάσταση χώριζαν πολλές φορές ανθρώπους που αγαπήθηκαν..

Όμως, η αγάπη έδινε την θέση της στον ρομαντισμό. Οι άνθρωποι έγραφαν ερωτικά ποιήματα, γράμματα, τραγούδια ακόμη και βιβλία για όσα αγαπούσαν.. τα έντυναν με τον ρομαντισμό της προσδοκίας για το ανεκπλήρωτο· ξεχείλιζαν από ατόφια, καθαρά συναισθήματα, ξεχείλιζαν από την ίδια την ζωή, όσο σκληρή και αν φαίνονταν, όσο σκληρή και αν ήταν.

Το απλό φάνταζε ιδανικό, κρατώντας απλώς ένα μικρό λουλούδι..

Όλα ξεκινούσαν από ένα βλέμμα γεμάτο συστολή, από το χαμόγελο που χάριζε στο πρόσωπο την φλόγα του έρωτα, το πρώτο άγγιγμα, τα πρώτα τρυφερά λόγια που έκαναν την καρδιά να σκιρτήσει. Είχαν έναν ρομαντικό ρυθμό όλα αυτά, κάτι από ένα ονειρικό, αργό βαλς. Ήταν ένας χορός η αγάπη. Ένα ταξίδι που το θυμάσαι με νοσταλγία καθώς ο χρόνος σε κατακτά. Μόνο η μελωδία έχει μείνει σαν γλυκόπικρη γεύση να σου θυμίζει ότι κάποτε, ίσως και να το έζησες όλο αυτό..

Στο σήμερα πάλι, είναι όλα τόσο εύκολα, τόσο γρήγορα.

Μπορείς να είσαι με όποιον θες, για όσο θες. Δεν χρειάζεται ο ρομαντισμός στην εποχή μας. Δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούμε. Πάμε απλώς παρακάτω. Πατάμε ένα «Διαγραφή» στην επαφή του κινητού μας,

και απλώς πάμε παρακάτω!

Advertisements

Αντιθέσεις..

Δεν ξέρω,

μπορεί να ευθύνεται η καλή μου διάθεση τελευταία που τα βλέπω σχεδόν όλα, θετικά. Μπορεί βέβαια αυτό που πέρασε να ήταν μία φάση. Μια φάση από εκείνες που χρειάζεσαι για να εκτιμήσεις το φως και την ελπίδα στην ζωή σου, τα όσα έχεις, τα όσα μπορείς να έχεις, τα όσα δεν χρειάζεται τελικά να έχεις.
Ναι! Μπορεί να είναι θέμα, καθαρά, προσωπικής διεργασίας η επιλογή της τάξης που περικλείεται αποκλειστικά απο το χάος. Βυθίζεσαι στο χάος, επιπλέεις με την τάξη.
Ίσως πρέπει να μάθουμε να ισορροπούμε σαν τον ακροβάτη ανάμεσα στην κόλαση και τον παράδεισο των συναισθημάτων μας. Ποιος το καταφέρνει με τόσα που γινόταν γύρω μας; Περισσότεροι ίσως από όσους πιστεύουμε..
Μπορεί να ζούμε και στον δικό μας παράδεισο, με τα πλασματάκια που αγαπάμε δίπλα μας και μ’ έναν ολάνθιστο κήπο να ατενίζει τον απέραντο ουρανό. Γιατί έτσι είναι η καθημερινότητα μας, ο μικρός κόσμος της δικής μας πραγματικότητας..

Γιατί έτσι ισορροπούμε τις αντιθέσεις γύρω και μέσα μας..

Αυτό είναι τελικά η ζωή. Μία κλωστή που δένει τις αντιθέσεις!

Μπορώ να αλλάξω τον κόσμο;

Ίσως το πιο διαχρονικό, ουσιαστικό και πολύπλευρο ερώτημα που έθεσε ποτέ ο άνθρωπος, κυρίως προς τον εαυτό του.

Οι απαντήσεις είναι διχασμένες και έχουν να κάνουν κυρίως με την ελπίδα, όταν αφορούν την θετική απάντηση και την μη αποδοχή των ευθυνών, όταν η απάντηση είναι αρνητική.

Όμως, όπως καθετί στον κόσμο έτσι και εδώ η πιο σωστή, όπως θεωρώ εγώ, απάντηση, βρίσκεται κάπου στην μέση. Ισορροπία λοιπόν, η θεμελιώδης αρχή της δημιουργίας των πάντων. Αν δεν υπάρχει ισορροπία τότε όλα κλονίζονται και μοιραία καταρρέουν.

Έτσι λοιπόν, στο ερώτημα αυτό η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με ένα ναι ή με ένα όχι και ο λόγος είναι προφανής. Αφενός, δεν γίνεται να προσπαθήσεις να αλλάξεις κάποιον επειδή πιστεύεις ότι εσύ πράττεις το σωστό και αφετέρου, δεν έχεις αυτό το δικαίωμα. Είναι η ίδια πρακτική χειραγώγησης που εφαρμόζει ένας χειριστικός γονιός στο παιδί του, ένας εγωκεντρικός σύντροφος στο ταίρι του, ένας καταπιεστικός εργοδότης στους υπαλλήλους του, ακόμη και ένας μανιακός εγκληματίας στα θύματα του. Όσο και αν μας φαίνονται παράλογα τα παραπάνω όταν ασκούμε πίεση για να επιτύχουμε την οποιαδήποτε αλλαγή, ακόμη και αν αυτή αφορά το γενικότερο καλό, αφομοιώνουμε ασυνείδητα τα παραπάνω δυσάρεστα χαρακτηριστικά. Ασκώντας καταπιεστικά την όποια επιβολή εξουσίας μπορούμε, προσπαθώντας να επιβληθούμε δηλαδή, υιοθετούμε το κομμάτι που υποτίθεται πασχίζουμε να αλλάξουμε στον κόσμο.

Πώς λοιπόν, επιδιώκουμε την θετική αλλαγή μέσω αρνητικών και χειριστικών μέσων και συμπεριφορών;

Η απάντηση δυστυχώς δεν θα μας αρέσει καθόλου και αυτό γιατί κατ’ ουσίαν δεν πραγματώνεται καμία θετική αλλαγή. Το μόνο που κάνουμε είναι να διαιωνίζουμε και μάλιστα με γοργούς ρυθμούς, την σκληρότητα και την αδικία του κόσμου μας.

Θυμάμαι σαν χθες, τον μπαμπά μου να μου λέει, ότι δεν έχω το δικαίωμα να αλλάξω κάποιον, δεν μπορώ να επέμβω στην προσωπική του διαδρομή, έχει τον δικό του Γολγοθά να διαβεί, τα δικά του βάσανα και φόβους να αντιμετωπίσει· εγώ από την άλλη, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να δίνω το καλό παράδειγμα και να ελπίζω ότι θα εμπνεύσω ανθρώπους να με μιμηθούν επειδή οι ίδιοι θα το επιλέξουν. Στο σήμερα, βλέπω ότι είχε δίκιο σε αυτό που μου έλεγε. Αν κάποιος δεν αλλάξει επειδή το θέλει, επειδή αυτό πιστεύει ότι είναι το σωστό, επειδή για εκείνον θα είναι η μόνη σωστή επιλογή, τότε δεν έχει καμία απολύτως σημασία να τον κάνω να αλλάξει για να θα με ακολουθήσει πιστεύοντας ότι έτσι σώζω τον κόσμο. Αυτή είναι η χείριστη μορφή σκλαβιάς και όταν οι άνθρωποι είναι δέσμιοι δεν μπορούν να προχωρήσουν, δεν μπορούν να εξελιχθούν, δεν μπορούν να γίνουν ή να επιδιώκουν να γίνονται όλο και καλύτεροι.

⇒ Ένα παιδί θα μάθει να μην πλησιάζει την φωτιά είτε γιατί κάποιος θα του δείξει πόσο επικίνδυνη είναι είτε γιατί θα το μάθει από μόνο του. Δεν μπορείς να το αναγκάσεις να μην πλησιάζει την φωτιά, δεν το προστατεύεις έτσι, το χειραγωγείς, ενισχύοντας ταυτόχρονα και το αίσθημα του φόβου!

«Ανώριμη».. αγάπη!

Δεν ξέρω αν είμαι «ανώριμη» επειδή δεν θέλω να γίνω βιολογική μητέρα στις μέρες μας, μπορεί έτσι να με βλέπουν αρκετοί γύρω μου, οι οποίοι ξεχνούν ότι τα παιδιά είναι, ή τουλάχιστον θα έπρεπε να είναι, ο καρπός της αγνής ένωσης δύο ανθρώπων και όχι «ατυχήματα»..!!
Όμως, ξέρω πολύ καλά τι θα πει να κρατάς μέσα σου την αγνή, την τρυφερή πλευρά της αγάπης για ένα πλάσμα που δεν το κουβάλησες για 9 μήνες στην κοιλιά σου, δεν ένιωσες τον χτύπο της καρδιάς του να συγχρονίζεται με τον δικό σου, δεν το έβγαλες από τα σπλάχνα της ύπαρξης σου χαρίζοντας του την ζωή με την πρώτη του ανάσα, ούτε το τάισες με το γάλα από το στήθος σου· αλλά εγώ το ξέρω αυτό το κομμάτι της ζωής, στο οποίο η μητρότητα ξεπερνά τα όρια της κυριολεκτικής και βιολογικής έννοιας. Αυτό το κομμάτι λοιπόν το έζησα και το νιώθω ακόμη μέσα μου, κάθε φορά που σκέφτομαι τα παιδιά που κράτησα στα χέρια μου, ακόμη και το κάθε παιδί που συναντώ στην καθημερινότητα μου..
Ίσως αυτή η αγάπη να μην αναγνωριστεί ποτέ από το ευρύτερο σύνολο, να μην θεωρηθεί καν ισάξια της δικής τους αγάπης για τα παιδιά τους· αλλά ο άνθρωπος που αγαπά χωρίς στερεότυπα και πρέπει ξέρει τι θα πει να πληρώνει το τίμημα του να αγαπά, χωρίς εγωισμό..
Είναι κατά μία έννοια, ένας ελεύθερος άνθρωπος!

Χαμογέλα μου..

Στην ζωή, υπάρχουν μικρά θαύματα με την δύναμη ενός μικρού θεού..

Μπορεί να φαίνεται ρομαντικό αυτό, αλλά η καθημερινότητα ξεπερνά κατά πολύ την όποια φαντασία. Ίσως να μην πιστεύουμε ούτε σε κάποιο θεό ούτε στα θαύματα, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι εκείνα δεν υπάρχουν και δεν καθορίζουν τις μικρές μας ή ακόμη και τις σημαντικές μας στιγμές.

Εξάλλου το τι θεωρώ εγώ θαύμα ή ακόμη και θεό, είναι καθαρά υποκειμενικό. Πλέον οι άνθρωποι, έχουν την ελευθερία και την δυνατότητα να αντιλαμβάνονται τον κόσμο και τα μυστικά του όπως οι ίδιοι επιλέγουν.

Έτσι λοιπόν, κάθε πρωί ανοίγω τα μάτια μου με μια παιδική λαχτάρα να αντικρίσω το πρώτο μικρό θαύμα μου, το πρώτο χαμόγελο!

Εκείνο το χαμόγελο που με κάνει να νιώθω ευλογημένη που για ακόμη μία μέρα ξημέρωσε και εγώ υπάρχω σε αυτόν τον κόσμο, που αγαπώ και ανέχομαι ταυτόχρονα και εκείνο κάνει δειλά δειλά την εμφάνιση του και αγκαλιάζει τα πάντα. Αυτό το χαμόγελο που με κανει να αφεθώ με περίσσια ανεμελιά στην ζεστασιά του και χωρίς ίχνος υπερβολής, μου δίνει τόση δύναμη και ελπίδα για να συνεχίσω να ζω, να προσπαθώ, να ονειρεύομαι!

Αυτό το χαμόγελο που αγκαλιάζει τρυφερά την ψυχή μου και την κάνει να ταξιδεύει χωρίς προορισμούς και σύνορα..

Για αυτό χαμόγελό μου, μικρό μου θαύμα, μικρέ θεέ μου.. χαμογέλα μου!!!

Δεν είμαι η ταμπέλα σου!

Στην εποχή μας οι ταμπέλες είναι βασικό στοιχείο της συμπεριφοράς και της αλληλεπίδρασης μας με το οτιδήποτε γύρω μας. Αν δεν είσαι το ένα είσαι σίγουρα το άλλο. Αν δεν αρέσεις, αν δεν κάνεις αυτό που σου λένε, αν δεν πας με την ροή τότε πολύ απλά δεν είσαι αποδεκτός και φυσικά έχεις μια υπέροχη ταμπέλα για να σου γνωστοποιεί ότι πλέον ανήκεις σ’ ένα περιθώριο φτιαγμένο για τους ανένταχτους της σημερινής ψευτοκουλτούρας, λες και είναι τόσο κακό να είσαι εκτός αυτής.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να εκφράσω την προσωπική μου εντύπωση για το παραπάνω γεγονός· εδώ έχουμε κάτι που μοιάζει με την τακτική του σφαγείου, έχεις ένα ταμπελάκι που σου φόρεσαν όσοι ασκούν την δύναμη τους πάνω σου, χωρίς φυσικά την συγκατάθεση σου, αυτή είναι η μοίρα που αποφάσισαν για εσένα. Ευτυχώς αρκετοί ξεριζώνουν αυτά τα ταμπελάκια και τολμούν να διεκδικήσουν κάτι καλύτερο, αν τελικά το πετυχαίνουν, μπορεί να μην το μάθουμε και ποτέ..

Έτσι, έχουμε ταμπελίτσες με βάση το φύλο, την καταγωγή, την μόρφωση, τις επιλογές, τις προτιμήσεις, τις πεποιθήσεις ακόμη και τα βιώματά μας. Τις πρώτες ταμπέλες στην ζωή μας τις κερδίζουμε με βάση κυρίως, την εμφάνιση μας ή για να είμαι πιο σωστή, με βάση κυρίως το πως οι άλλοι μας βλέπουν.

Μπορεί βέβαια να είμαστε πολλά, όμως για τους άλλους θα είμαστε κυρίως αυτό στο οποίο επικεντρώνονται εκείνοι. Είναι άδικο, αν σκεφτεί κανείς, ότι η ταμπέλα που θα φορτωθεί είναι κατά μεγάλο ποσοστό βάση προσωπικού κριτηρίου εκείνου που θα του την φορέσει και όχι βασικό του χαρακτηριστικό.

Αν δηλαδή έχεις μέτριο ύψος και σε κάποιον αρέσουν οι ψηλές γυναίκες θα σε πει κοντή. Αν έχεις λιγότερα κιλά από το κανονικό κάποιος θα σε πει ανορεξικό. Αν έχεις πολύ λευκό δέρμα, μπορεί να σε αποκαλέσει άρρωστο, αφύσικο,αηδιαστικό μέχρι και φρικιό και φυσικά όλα αυτά δεν έχουν τέλος. Αλλά ακόμη και αν η εμφάνιση μας δεν προκαλεί μία τέτοια αντίδραση θα το κάνει το περιβάλλον μας. Πόσες φορές αλήθεια είπαμε κάτι που δεν αφορούσε το ίδιο το πρόσωπο αλλά κάποιον που ανήκει στον στενό του κύκλο;

Μας φορτώνουν ταμπέλες ανάλογα με το τι έχει κάνει ή είναι κάποιος άλλος, λαμβάνοντας σχεδόν πάντα μία υποτιμητικά απάνθρωπη συμπεριφορά. Είμαστε κατά περίσταση, ο γιος του κλέφτη, η αδερφή του ναρκομανή, η μάνα του καθυστερημένου, ο πατέρας του γκέι, ο φίλος του χοντρού, το αφεντικό του καταχραστή, η γραμματέας του λαμόγιου πολιτικού, δικηγόρου, γιατρού και πάλι εδώ όλο αυτό δεν έχει τέλος, ανεξάντλητη η έμπνευση των νονών δημιουργών..

Και αν δεν μας καλύπτει αυτή η κατηγορία για να φορέσουμε ταμπέλες, περνάμε με περίσσια ευκολία στις πεποιθήσεις και τα πιστεύω των άλλων. Κατά κύριο λόγο εδώ έχουμε λιγότερες ταμπέλες. Είναι όσοι μας ταιριάζουν, όσοι συμφωνούν μαζί μας άρα και τους αποδεχόμαστε με άλλες ταμπέλες, πιο ντελικάτες και φυσικά όσοι διαφωνούν μαζί μας και είναι πολύ απλά φασίστες, λαϊκιστές και υπάνθρωποι(εδώ πολλές φορές δίπλα στην ταμπέλα κουμπώνει και η λέξη《ψόφα》, η κλασική ευχή του κάθε αυτοαποκαλούμενου ανθρωπιστή, φιλόζωου και πνευματικού).

Βέβαια οι ταμπέλες όπως ανέφερα και πιο πάνω αφορούν καθαρά το πως βλέπουμε εμείς τα πράγματα και τους άλλους γύρω μας. Αν κάτι δεν μας αρέσει δεν σημαίνει πως εμείς αυτομάτως είμαστε οι καλύτεροι. Τα κριτήρια δεν είναι θεμιτά όταν μας εξυπηρετούν αλλά καταδικαστέα όταν μας εκθέτουν.

Αυτό που είμαστε δεν καθορίζεται από μόνο μια κατηγορία, ούτε από το πως μας βλέπει ο οποιοδήποτε αλλά από το σύνολο της ύπαρξής μας και κυρίως της συμπεριφοράς μας.

Οι ταμπέλες ενισχύουν τον διαχωρισμό, την έπαρση, τον εγωισμό, τον ρατσισμό και κυρίως τον φασισμό. Αν τις χρησιμοποιεί κάποιος δεν τις πολεμάει αλλά πολύ απλά τις ενισχύει!

Ο βάλτος των επιθυμιών..

Ο κάθε ένας από εμάς έχει επιθυμίες, προσδοκίες, όνειρα.

Ακόμη και ο πιο ρεαλιστής, ενδόμυχα κάτι ποθεί, είτε αυτό αφορά υλικά αγαθά είτε συναισθηματική και νοητική ικανοποίηση.

Από την στιγμή που υπάρχουμε σε αυτόν τον κόσμο, μαθαίνουμε να επιθυμούμε όλο και κάτι περισσότερο. Από την παιδική μας ηλικία ακόμη, όπου επιθυμούμε την αποκλειστικότητα της προσοχής των γονιών μας και έπειτα να κατακτήσουμε το καθετί γύρω μας που μας φαίνεται άγνωστο. Καθώς μεγαλώνουμε όσα μας είναι γνώριμα περνάνε σε δεύτερη μοίρα και τα θέλω μας γίνονται πιο απαιτητικά, πιο μεγαλεπήβολα. Η κάθε ηλικία φέρνει τα δικά της ερεθίσματα και σε συνδυασμό με τις συνθήκες γύρω μας αλλά και τις ανάγκες μας, γεννιούνται και οι ανάλογες επιθυμίες.

Επιθυμούμε περισσότερη αγάπη, χαρά και προσοχή, περισσότερα γλυκά και παιχνίδια όταν είμαστε ακόμη παιδιά, καλύτερους βαθμούς και ξεγνοιασιά όταν είμαστε έφηβοι, ένα τέλειο καλοκαίρι σ’ ένα ιδανικό νησί, πολλούς φίλους και εραστές και μεγαλώνοντας ιδανικούς εργοδότες, λιγότερη φορολογία, υγεία, οικονομική ανεξαρτησία, ελευθερία, μόρφωση, παιδεία, επαγγελματική καταξίωση, μία ευτυχισμένη οικογένεια, συναισθηματική πληρότητα και σταθερότητα, κατανόηση, συντροφικότητα, αληθινές σχέσεις, ειλικρίνεια, αναγνωρισιμότητα, χρήμα, υλικά αγαθά, δύναμη, εξουσία, μία άνετη ζωή, καλά γηρατειά, μια ικανοποιητική σύνταξη μπορεί ακόμη και την πολυπόθητη αιωνιότητα. Όμως, ό,τι και αν είναι αυτό που επιθυμούμε στο σήμερα, μετά από λίγο καιρό θα έχει καταλήξει στον προσωπικό βάλτο των επιθυμιών μας.

Οι επιθυμίες δεν υλοποιούνται πάντα, για την ακρίβεια δεν υλοποιούνται σχεδόν ποτέ και αυτό δεν είναι τυχαίο. Όταν ο αριθμός των επιθυμιών μας είναι όλο και αυξανόμενος χωρίς όμως να αυξάνονται και οι ικανότητες που απαιτούνται για την πραγμάτωση τους τότε μένουν απλώς επιθυμίες που βαλτώνουν, περνάνε σιγά σιγά στην λήθη, ανήκουν σε έναν άλλον εαυτό που πλέον υπάρχει μόνο στο χθες, σε αυτό που κάποτε ήμασταν. Αυτό άλλοτε γίνεται γιατί ωριμάζουμε και συνειδητοποιούμε ότι η πραγματικότητα έχει σκληρές απαιτήσεις και άλλοτε γιατί δεν μας ικανοποιούν πλέον οι επιθυμίες του χθες. Δεν μας είναι αρκετές ή δεν είμαστε εμείς αρκετοί για αυτές.

Ο χρόνος έχει και σε αυτό το κομμάτι της ζωής μας τον κυρίαρχο ρόλο. Είναι αυτός που καθορίζει την αντοχή των επιθυμιών μας, αν καταφέρουμε και νικήσουμε την φθορά που φέρνει ο χρόνος στα θέλω μας και κρατήσουμε ζωντανή την όποια επιθυμία, αυτή με την σειρά της θα μας δίνει την ώθηση για να την υλοποιήσουμε.

Η μοίρα μας δεν είναι προδιαγεγραμμένη ή ακόμη και αν είναι, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να την αλλάξουμε. Οι επιθυμίες μας μπορεί πολλές φορές να φαντάζουν εξωπραγματικές, όμως, όλοι έχουμε δικαίωμα στο ανέφικτο και αυτό γιατί πολύ απλά από εμάς εξαρτάται αν θα καταφέρουμε να το κάνουμε εφικτό.